ΤΡΙΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

 

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΘΑ ΑΣΧΟΛΗΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: 

  • Με τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών
  • Με τις δυνατότητες που δίνει ο νόμος στους ψυχικά πάσχοντες αλλά και στις οικογένειές τους προκειμένου να αντιμετωπιστούν εξαιρετικά κρίσιμες καταστάσεις και αδιέξοδα (εκούσια και ακούσια νοσηλεία, θέση σε δικαστική συμπαράσταση)





ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΩΝ

Σημαντική νομική προσπάθεια προστασίας των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων αποτελεί η Απόφαση 46/119 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία των Προσώπων με Ψυχική Νόσο και τη Βελτίωση της Φροντίδας για την Ψυχική Υγεία, που υιοθετήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1991.

Κάθε άτομο με ψυχική ασθένεια θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκεί όλα τα πολιτικά,
οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα που του έχουν αναγνωριστεί από την
Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Διεθνή Συνθήκη για τα
Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διεθνή Συνθήκη για τα Πολιτικά
και Πολιτειακά Δικαιώματα και από άλλα αρμόδια όργανα, όπως η Διακήρυξη των
Δικαιωμάτων των Ανάπηρων Ατόμων και το Σώμα των Αρχών για την Προστασία Όλων
των Ατόμων από Οποιαδήποτε Μορφή Κράτησης ή Φυλάκισης.

Τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών είναι τα ακόλουθα:

  • Το δικαίωμα στην αξιοπρεπή περίθαλψη (εκούσια και ακούσια).
  • Το δικαίωμα στην ισότητα.
  • Το δικαίωμα στην ενημέρωση.
  • Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.
  • Το δικαίωμα στην αποκατάσταση.
  • Το δικαίωμα στην ζωή στην κοινότητα.
  • Το δικαίωμα στη διεκδίκηση αξιώσεων.

δραστηριότητα 1: Διαβάστε το παρακάτω άρθρο πατώντας στον σχετικό σύνδεσμο. Επιλέξτε ένα από τα βασικά δικαιώματα των ψυχικά ασθενών και παρουσιάστε το αναλυτικά με βάση το υπό ανάγνωση άρθρο ή όποια άλλη πηγή μπορείτε να βρείτε εσείς.




ΕΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ

Με τον όρο Νοσηλεία στην Ψυχική Υγεία αναφερόμαστε στην εισαγωγή για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα, ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου ή ιδιωτική κλινική.

Η νοσηλεία συνήθως ακολουθεί τη διάγνωση, αλλά μπορεί και να προηγείται αυτής. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος μπορεί να νοσηλευτεί επειδή έχει διαγνωστεί με κάποια ψυχική διαταραχή ή να νοσηλευτεί χωρίς να έχει ακόμα λάβει συγκεκριμένη διάγνωση. 

Όταν κάποιος αναζητά ο ίδιος να νοσηλευτεί για κάποια ψυχική διαταραχή, η νοσηλεία λέγεται εκούσια. Στα δημόσια ψυχικά ιδρύματα και τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί για την εισαγωγή του και την νοσηλεία του κατά τις ημέρες και ώρες που εφημερεύουν. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι καλό είναι ο ενδιαφερόμενος να έχει εξαντλήσει τα περιθώρια και τις επιλογές που έχει για να λάβει υποστήριξη, φροντίδα και περίθαλψη στο περιβάλλον του, εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος.

Προϋποθέσεις για την εκούσια νοσηλεία είναι: 
  1. Ο ασθενής να είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του
  2. Να συμφωνήσει ο επιστημονικός διευθυντής για την ανάγκη θεραπείας
Αυτός που νοσηλεύεται εκούσια έχει όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση των ατομικών του ελευθεριών. 


ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ


Ακούσια νοσηλεία, κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή, που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, εισαγωγή καθώς και η παραμονή του για θεραπεία σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας. Η ακούσια νοσηλεία ρυθμίζεται τόσο από τον Αστικό κώδικα (άρθρο 1687), όσο και από τους Ν. 2071/1992 (άρθρα 95 κ.ε.), και Ν. 2716/1999 (άρθρο 16).

Ο θεσμός αυτός συνιστά έναν νόμιμο περιορισμό στα δικαιώματα της προσωπικής ελευθερίας, της υπόληψης, της τιμής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των ψυχικά ασθενών, με γνώμονα όμως πάντα τόσο το ατομικό τους όσο και το δημόσιο συμφέρον. Λόγω του επαχθούς χαρακτήρα του θεσμού αυτού, πρέπει να ενεργοποιείται με φειδώ, περίσκεψη και ευαισθησία και να τυγχάνει του απαραίτητου δικαστικού ελέγχου. Σε περίπτωση δε αμφιβολίας, ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων για τη θέση του ατόμου σε ακούσια νοσηλεία, θα πρέπει να επικρατεί πάντα η υπέρ της ελευθερίας επιλογή (in dubio pro libertate).

Προϋποθέσεις για την ακούσια νοσηλεία είναι: 
  1. Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή
  2. Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του
  3. Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως αποτέλεσμα είτε να αποκλειστεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του 
  4. Η νοσηλεία του ασθενή που πάσχει από ψυχική ασθένεια να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου. 
Την ακούσια νοσηλεία του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή μπορούν να ζητήσουν:
  1. σύζυγος ή συγγενής
  2. όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου ή επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου
  3. αν δεν υπάρχει κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αυτεπάγγελτα να ζητήσει ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.
Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα: 
  • η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων ή ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας σε περίπτωση αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων
  • οι γιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγένειας με τον αιτούντα ή τον φερόμενο στην αίτηση ως ασθενή
Ο εισαγγελέας αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοσηλείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που υπάρχει στον Τομέα ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή. Ο ασθενής ενημερώνεται από τον Διευθυντή της Μονάδας Ψυχικής Υγείας για τα δικαιώματά του αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του εκεί. Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται.

Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας, ή που στην αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή λόγω άρνησής του να εξετασθεί, ο εισαγγελέας δικαιούται να διατάξει τη μεταφορά του ασθενή για εξέταση σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν τον σεβασμό στην αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή του εκεί δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες. 

Σε τρεις μέρες από τότε που ο εισαγγελέας διέταξε την μεταφορά του ασθενή, ζητεί να συνεδριάσει το Πρωτοδικείο μέσα σε 10 μέρες κατά την κρίση του, "κεκλεισμένων των θυρών", ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. 

Η απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, Αν ο ασθενής τον οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του εισαγγελέα σε ψυχιατρική κλινική, σε περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνει δεκτή, συνεχίζεται η παραμονή του εκεί. Στην περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, διατάσσεται η άμεση έξοδος.

Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους 6 μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα της ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας διαβιβάζει την έκθεση στο Πρωτοδικείο με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. 

Η μεταφορά του ασθενή ρυθμίστηκε με υπουργική διάταξη του 2022 και προβλέπει ότι η διαδικασία ανατίθεται στο εξειδικευμένο ψυχιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των Κοινοτικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας και διενεργείται με ειδικά διαμορφωμένα οχήματα, υπό την διαρκή συντονιστική εποπτεία του Αυτοτελούς Τμήματος Επιχειρήσεων Υγείας του Ε.Κ.Α.Β. Μέχρι τότε, τη μεταφορά των ψυχικά ασθενών διενεργούσαν οι αστυνομικές αρχές, χωρίς ειδική εκπαίδευση. Πλέον η αστυνομία θα συμμετέχει στη μεταφορά κατ’ εξαίρεση και μόνο όταν η παρουσία της είναι απολύτως αναγκαία. Ο ψυχικά ασθενής δεν διαφέρει από τους υπόλοιπους ασθενείς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κρατούμενος, δεν είναι εγκληματίας.


ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Η δικαστική συμπαράσταση αναφέρεται κυρίως σε ενήλικα πρόσωπα, ωστόσο ο νόμος δίνει τη δυνατότητα να τεθεί και ανήλικος σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητάς του.

Αρμόδια αρχή για τη θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση είναι το Δικαστήριο, το οποίο αποφασίζει κατόπιν αίτησης των ενδιαφερόμενων.

 Τα πρόσωπα που δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση για δικαστική συμπαράσταση διαφέρουν ανάλογα με το είδος της αδυναμίας του προσώπου. Πιο συγκεκριμένα:

 Α) Ψυχική ή διανοητική διαταραχή: Ο πάσχων, ο σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς του, ο εισαγγελέας και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα

 Β) Σωματική αναπηρία: Μόνο ο παθών

 Γ) Ασωτία, τοξικομανία, αλκοολισμός: Ο πάσχων, ο σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς του, ο εισαγγελέας και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα

 Το δικαστήριο μπορεί να επιλέξει ελεύθερα το πρόσωπο που θα διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης, το οποίο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του και να κρίνεται κατάλληλο.

Το πρόσωπο αυτό μπορεί να έχει προταθεί από τον πάσχοντα, μπορεί όμως να είναι και κάποιο άλλο που κρίθηκε καταλληλότερο για να αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου που τίθεται σε δικαστική συμπαράσταση.

 Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης το Δικαστήριο έχει τις εξής δυνατότητες:

 Α) Να θέσει το πρόσωπο σε στερητική δικαστική συμπαράσταση, με την έννοια ότι ο πάσχων θα είναι εντελώς ανίκανος να προβεί μόνος του σε ορισμένες ενέργειες. Χαρακτηριστικό της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης είναι η λειτουργία ενός εποπτικού συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από τρία έως πέντε πρόσωπα διορισμένα από το Δικαστήριο, οικεία προς τον πάσχοντα, με στόχο να ελέγχουν τη δράση του δικαστικού συμπαραστάτη.

 Β) Να θέσει το πρόσωπο σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, με την έννοια ότι ο πάσχων θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) του συμπαραστάτη του για να προβεί σε ορισμένες ενέργειες. Η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη είναι πάντοτε γραπτή και δίνεται πριν την τέλεση της πράξης.

Σε περίπτωση που ο συμπαραστάτης δεν δίνει τη συναίνεσή του, μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου.

 Τόσο η στερητική όσο και η επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορεί να είναι πλήρης, όταν αφορά όλες τις ενέργειες του προσώπου ή μερική, όταν αφορά ορισμένες ενέργειες του προσώπου τις οποίες κατονομάζει το Δικαστήριο. 

Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 1681 ΑΚ). Υπεύθυνος πλέον για όλες τις δικαιοπρακτικές ενέργειες του ενδιαφερόμενου είναι ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος είτε ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα του ενδιαφερόμενου είτε εγκρίνει τις σχετικές του ενέργειες ανάλογα με την κατηγορία της δικαστικής συμπαράστασης, η οποία επιλέχθηκε.

 Σε γενικές γραμμές τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη αναφέρονται στην επιμέλεια, την εξώδικη και δικαστική εκπροσώπηση, καθώς και την διοίκηση της περιουσίας του πάσχοντος.

Δεδομένου ότι ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης δημιουργήθηκε για την προστασία του προσώπου που έχει ανάγκη, γίνεται δεκτό πως ο δικαστικός συμπαραστάτης πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργεί προς το συμφέρον του πάσχοντος και να επιδιώκει προσωπική επικοινωνία με αυτόν πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, εφόσον η επικοινωνία είναι δυνατή.

 Στην δικαστική συμπαράσταση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που αφορούν την επιτροπεία ανηλίκων. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

 Α) Σε αυτές για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου ή του Δικαστηρίου (ενδεικτικά: απογραφή περιουσίας, τοποθέτηση τίτλων/πολύτιμων αντικειμένων σε ασφαλή τράπεζα, πληρωμή χρεών)

Β) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου (ενδεικτικά: μίσθωση/εκμίσθωση ακινήτων του πάσχοντος ή άσκηση εμπράγματης αγωγής για ακίνητό του)

 Γ) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια Δικαστηρίου. Εδώ ανήκουν όλες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1624 ΑΚ, το οποίο παρότι αφορά την επιτροπεία ανηλίκων, εφαρμόζεται αναλογικά και στην δικαστική συμπαράσταση (ενδεικτικά: μερική ή ολική διάθεση της περιουσίας του πάσχοντος, πώληση  ακινήτου, τίτλων, επιχείρησης, παροχή/αποδοχή δανείου, αποποίηση κληρονομιάς, κληροδοσίας κλπ).

 Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία, αλλά αντίθετα απαραίτητη είναι σε πολλές περιπτώσεις  η προηγούμενη έγκριση των πράξεων του από το εποπτικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο.

Ειδικότερα, πρέπει να τονισθεί πως ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν μπορεί να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα μειώσει την περιουσία του προσώπου για το συμφέρον του οποίου ενεργεί, εφόσον δεν έχει άδεια του δικαστηρίου. Διαφορετικά, η πράξη διάθεσης του δικαστικού συμπαραστάτη (όπως και κάθε άλλη πράξη χωρίς την απαιτούμενη άδεια) είναι απολύτως άκυρη και ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει αποζημίωση στον πάσχοντα και οδηγείται σε παύση των καθηκόντων του.

δραστηριότητα 2: αφού μελετήσετε όλη την ενότητα μπορείτε να κάνετε το κάτωθι τεστ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου