ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΘΑ ΑΣΧΟΛΗΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
- Με τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών
- Με τις δυνατότητες που δίνει ο νόμος στους ψυχικά πάσχοντες αλλά και στις οικογένειές τους προκειμένου να αντιμετωπιστούν εξαιρετικά κρίσιμες καταστάσεις και αδιέξοδα (εκούσια και ακούσια νοσηλεία, θέση σε δικαστική συμπαράσταση)
Τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών είναι τα ακόλουθα:
- Το δικαίωμα στην αξιοπρεπή περίθαλψη (εκούσια και ακούσια).
- Το δικαίωμα στην ισότητα.
- Το δικαίωμα στην ενημέρωση.
- Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.
- Το δικαίωμα στην αποκατάσταση.
- Το δικαίωμα στην ζωή στην κοινότητα.
- Το δικαίωμα στη διεκδίκηση αξιώσεων.
Όταν κάποιος αναζητά ο ίδιος να νοσηλευτεί για κάποια ψυχική διαταραχή, η νοσηλεία λέγεται εκούσια. Στα δημόσια ψυχικά ιδρύματα και τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί για την εισαγωγή του και την νοσηλεία του κατά τις ημέρες και ώρες που εφημερεύουν. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι καλό είναι ο ενδιαφερόμενος να έχει εξαντλήσει τα περιθώρια και τις επιλογές που έχει για να λάβει υποστήριξη, φροντίδα και περίθαλψη στο περιβάλλον του, εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος.
- Ο ασθενής να είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του
- Να συμφωνήσει ο επιστημονικός διευθυντής για την ανάγκη θεραπείας
- Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή
- Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του
- Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως αποτέλεσμα είτε να αποκλειστεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του
- Η νοσηλεία του ασθενή που πάσχει από ψυχική ασθένεια να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
- σύζυγος ή συγγενής
- όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου ή επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου
- αν δεν υπάρχει κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αυτεπάγγελτα να ζητήσει ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.
- η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων ή ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας σε περίπτωση αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων
- οι γιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγένειας με τον αιτούντα ή τον φερόμενο στην αίτηση ως ασθενή
Η δικαστική συμπαράσταση αναφέρεται κυρίως σε ενήλικα πρόσωπα, ωστόσο ο νόμος δίνει τη δυνατότητα να τεθεί και ανήλικος σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητάς του.
Αρμόδια αρχή για τη θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση είναι το Δικαστήριο, το οποίο αποφασίζει κατόπιν αίτησης των ενδιαφερόμενων.
Τα πρόσωπα που δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση για δικαστική συμπαράσταση διαφέρουν ανάλογα με το είδος της αδυναμίας του προσώπου. Πιο συγκεκριμένα:
Α) Ψυχική ή διανοητική διαταραχή: Ο πάσχων, ο σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς του, ο εισαγγελέας και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα
Β) Σωματική αναπηρία: Μόνο ο παθών
Γ) Ασωτία, τοξικομανία, αλκοολισμός: Ο πάσχων, ο σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς του, ο εισαγγελέας και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα
Το δικαστήριο μπορεί να επιλέξει ελεύθερα το πρόσωπο που θα διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης, το οποίο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του και να κρίνεται κατάλληλο.
Το πρόσωπο αυτό μπορεί να έχει προταθεί από τον πάσχοντα, μπορεί όμως να είναι και κάποιο άλλο που κρίθηκε καταλληλότερο για να αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου που τίθεται σε δικαστική συμπαράσταση.
Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης το Δικαστήριο έχει τις εξής δυνατότητες:
Α) Να θέσει το πρόσωπο σε στερητική δικαστική συμπαράσταση, με την έννοια ότι ο πάσχων θα είναι εντελώς ανίκανος να προβεί μόνος του σε ορισμένες ενέργειες. Χαρακτηριστικό της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης είναι η λειτουργία ενός εποπτικού συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από τρία έως πέντε πρόσωπα διορισμένα από το Δικαστήριο, οικεία προς τον πάσχοντα, με στόχο να ελέγχουν τη δράση του δικαστικού συμπαραστάτη.
Β) Να θέσει το πρόσωπο σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, με την έννοια ότι ο πάσχων θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) του συμπαραστάτη του για να προβεί σε ορισμένες ενέργειες. Η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη είναι πάντοτε γραπτή και δίνεται πριν την τέλεση της πράξης.
Σε περίπτωση που ο συμπαραστάτης δεν δίνει τη συναίνεσή του, μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου.
Τόσο η στερητική όσο και η επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορεί να είναι πλήρης, όταν αφορά όλες τις ενέργειες του προσώπου ή μερική, όταν αφορά ορισμένες ενέργειες του προσώπου τις οποίες κατονομάζει το Δικαστήριο.
Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 1681 ΑΚ). Υπεύθυνος πλέον για όλες τις δικαιοπρακτικές ενέργειες του ενδιαφερόμενου είναι ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος είτε ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα του ενδιαφερόμενου είτε εγκρίνει τις σχετικές του ενέργειες ανάλογα με την κατηγορία της δικαστικής συμπαράστασης, η οποία επιλέχθηκε.
Σε γενικές γραμμές τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη αναφέρονται στην επιμέλεια, την εξώδικη και δικαστική εκπροσώπηση, καθώς και την διοίκηση της περιουσίας του πάσχοντος.
Δεδομένου ότι ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης δημιουργήθηκε για την προστασία του προσώπου που έχει ανάγκη, γίνεται δεκτό πως ο δικαστικός συμπαραστάτης πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργεί προς το συμφέρον του πάσχοντος και να επιδιώκει προσωπική επικοινωνία με αυτόν πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, εφόσον η επικοινωνία είναι δυνατή.
Στην δικαστική συμπαράσταση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που αφορούν την επιτροπεία ανηλίκων. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Α) Σε αυτές για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου ή του Δικαστηρίου (ενδεικτικά: απογραφή περιουσίας, τοποθέτηση τίτλων/πολύτιμων αντικειμένων σε ασφαλή τράπεζα, πληρωμή χρεών)
Β) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου (ενδεικτικά: μίσθωση/εκμίσθωση ακινήτων του πάσχοντος ή άσκηση εμπράγματης αγωγής για ακίνητό του)
Γ) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια Δικαστηρίου. Εδώ ανήκουν όλες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1624 ΑΚ, το οποίο παρότι αφορά την επιτροπεία ανηλίκων, εφαρμόζεται αναλογικά και στην δικαστική συμπαράσταση (ενδεικτικά: μερική ή ολική διάθεση της περιουσίας του πάσχοντος, πώληση ακινήτου, τίτλων, επιχείρησης, παροχή/αποδοχή δανείου, αποποίηση κληρονομιάς, κληροδοσίας κλπ).
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία, αλλά αντίθετα απαραίτητη είναι σε πολλές περιπτώσεις η προηγούμενη έγκριση των πράξεων του από το εποπτικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο.
Ειδικότερα, πρέπει να τονισθεί πως ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν μπορεί να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα μειώσει την περιουσία του προσώπου για το συμφέρον του οποίου ενεργεί, εφόσον δεν έχει άδεια του δικαστηρίου. Διαφορετικά, η πράξη διάθεσης του δικαστικού συμπαραστάτη (όπως και κάθε άλλη πράξη χωρίς την απαιτούμενη άδεια) είναι απολύτως άκυρη και ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει αποζημίωση στον πάσχοντα και οδηγείται σε παύση των καθηκόντων του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου